Περπατώντας στο Μοσχάτο

Απόγευμα Τρίτης. Η βροχή έχει μόλις σταματήσει. Κάπως έτσι αποφασίζω να βγω απ’ το καβούκι μου και να απολαύσω τον περίπατό μου, την τελευταία ημέρα του Ιουλίου.

Τριγύρω πρόσωπα, γνωστά και άγνωστα, να σκορπίζουν σε διάφορες κατευθύνσεις. Άλλοι βιαστικά κι άλλοι νωθρά -θύματα της υψηλής θερμοκρασίας και της αφόρητης υγρασίας- να προχωρούν αμίλητοι, στην πλειοψηφία τους σκυθρωποί, στο κλίμα του εθνικού θρήνου των τελευταίων ημερών.

Πλησιάζοντας προς την πλατεία, τις σκέψεις μου διακόπτει ο έντονος διάλογος μίας οδηγού που προσπαθεί να ξεπαρκάρει το τζιπ της, τη στιγμή που σε απόσταση αναπνοής από τον προφυλακτήρα της παρκάρει ένα δίκυκλο:

– Αν στο ρίξω εκεί που το άφησες δεν θα φταίω εγώ.

– Αν το ρίξεις, θα μου κάνεις δήλωση. Μάθε να οδηγάς.

– Σ’ ευχαριστώ δάσκαλε. Ωραία το άφησες. Είσαι πολύ έξυπνος.

– Το ξέρω. Είμαι πολύ έξυπνος. Άντε μπράβο.

Καθένας από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας αποχωρεί μονολογώντας…

Σαστισμένος με την ευκολία να στηθεί λογομαχία «δι’ ασήμαντον αφορμήν», συνεχίζω την πορεία μου. «Πόσο εύκολο είναι να αγνοήσεις τον συμπολίτη σου, να τον ειρωνευθείς και να του απευθυνθείς με αγένεια», σκέφτομαι.

Δεν έχουν περάσει παρά μόνο 20 λεπτά της ώρας, όταν οι φωνές ενός νεαρού με «αναγκάζουν» να στρέψω το κεφάλι μου. Μου παίρνει μερικές στιγμές να καταλάβω τι έχει συμβεί.

Ένα αυτοκίνητο στρίβει χωρίς φλας και παρκάρει μπροστά από ράμπα αναπήρων. Έξαλλος ο νεαρός δικυκλιστής. Όχι, δεν ενοχλήθηκε για την προκλητική στάθμευση, αλλά επειδή ο οδηγός του αυτοκινήτου παραλίγο να τον παρασύρει, τη στιγμή που επιχειρούσε να τον προσπεράσει από τα δεξιά.

Τρεις παρανομίες μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου…

Το δίκυκλο βρίσκεται πλέον ακινητοποιημένο στην άκρη του δρόμου, με τον αναβάτη του να απευθύνει «γαλλικά» στο… αντικείμενο του πόθου του, σύμφωνα με τα λεγόμενά του. Και ενώ ο οδηγός του αυτοκινήτου προσπαθεί να δικαιολογηθεί, ο θερμόαιμος μοτοσικλετιστής κατευθύνεται προς το μέρος του, ανοίγει την πόρτα του οχήματος και ρίχνει 2-3 ψιλές…

– Τι κάνεις; Είσαι καλά; προλαβαίνει να πει ο οδηγός προτού ο νεαρός γίνει καπνός, αφήνοντας άφωνους τους θεατές του περιστατικού.

Παγωμένος από αυτό που μόλις έχει διαδραματιστεί σε απόσταση 100 μέτρων, αναρωτιέμαι «τι μας έχει συμβεί». Έτοιμοι να λύσουμε το ζωνάρι, να προσβάλουμε, να χειροδικήσουμε…

«Ίσως τελικά να μην ξαναπερπατήσω στη Μακρυγιάννη για να χαλαρώσω», μονολογώ και επιστρέφω στο καβούκι μου.

Καλό μας μήνα!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *